Σε μια περίοδο συλλογικής ανησυχίας για τη δημόσια υγεία, η περαιτέρω συναισθηματική αναστάτωση συνόλου γονέων και παιδιών αλλά και η μη δυνατότητα επιστροφής τους σε κάποια κανονικότητα, δρουν ενάντια στην ψυχολογική και εκπαιδευτική προσαρμογή του παιδιού, αναφέρει σε τοποθέτηση του Κλάδου Σχολικών Ψυχολόγων Κύπρου εκ μέρους του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου αναφορικά με την ανακοίνωση του ΥΠΠΑΝ, ημερομηνίας 20/5/2020 η οποία αναφέρεται στη «φοίτηση παιδιών με ειδικές ανάγκες».


«Ποικίλα συναισθήματα έχει προκαλέσει η ανακοίνωση για τη φοίτηση παιδιών με ειδικές ανάγκες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, αφού με βάση το περιεχόμενο της, απαγορεύτηκε η προσέλευση μερίδας παιδιών στα σχολεία.Το ΥΠΠΑΝ με την εν λόγω ανακοίνωση επιφέρει ανισότητες και διακρίσεις στη βάση της αναπηρίας καθώς επίσης προωθείται το ιατρικό μοντέλο αναπηρίας που δεν εμπίπτει στην σύγχρονη επιστημονική γραμμή της Ενιαίας εκπαίδευσης», προσθέτει.

Επιπλέον, συνεχίζει ο Κλάδος, αυτό έγινε αιφνιδίως (λίγες ώρες πριν την έναρξη των σχολείων και αφού ήδη κάποια παιδιά είχαν προετοιμαστεί για την επιστροφή τους), χωρίς προηγουμένως να γίνει σχετική αναφορά για να δώσει περιθώρια αντίδρασης ή διαλόγου (υπάρχει μία ανακοίνωση στις 19/5 – 2 μέρες πριν δηλαδή, αλλά και πάλι χωρίς να αναφέρεται στα αδιευκρίνιστα «ειδικά ή ενισχυμένα προστατευτικά μέτρα, προτού παρουσιαστούν στα σχολεία για φοίτηση») και χωρίς να φαίνεται να έχει γίνει ενδελεχής αξιοποίηση του ατομικού φακέλου του κάθε παιδιού, ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή του ΥΠ και περιλαμβάνει προϋπάρχοντα ιατρικά και άλλα πιστοποιητικά για την κάθε ατομική περίπτωση.

Ο Κλάδος Σχολικής Ψυχολογίας του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου εκφράζει τη δυσαρέσκεια του και καλεί τους αρμόδιους του ΥΠΠΑΝ να αναθεωρήσουν τα μέτρα προσέλευσης των παιδιών με αναπηρίες στα σχολεία.

Τους καλεί επίσης να λάβουν υπόψη τους στην προετοιμασία των μέτρων και την εμπειρογνωμοσύνη της Ειδικότητας του Σχολικού Ψυχολόγου, λαμβάνοντας έτσι υπόψη τυχόν ψυχο-συναισθηματικές συνέπειες από μελλοντικές πρακτικές.

Ο Κλάδος αναφέρει ότι υποστηρίζεται ότι η εκπαίδευση, επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν με αξιοπρέπεια, να αναπτύσσουν τις δεξιότητες και ικανότητες τους, να συμμετέχουν πλήρως στην ανάπτυξη και να βελτιώνουν την ποιότητά ζωής τους (UNESCO, 2000).

«Παρόλα αυτά, μερίδα συνανθρώπων μας βιώνει καθημερινά παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Drew et al., 2011). Το να επιτραπεί η ύπαρξη «αόρατων παιδιών» θα αποτελέσει τροχοπέδη στην εφαρμογή του οράματος της Εκπαίδευσης για Όλους (EFA, UNESCO, 2000), δηλαδή, μίας ενιαίας εκπαίδευσης χωρίς αποκλεισμούς (Miles & Singal, 2010). Είναι η επιστημονική μας θέση ότι σε μια περίοδο συλλογικής ανησυχίας για την δημόσια υγεία, η περαιτέρω συναισθηματική αναστάτωση συνόλου γονέων και παιδιών αλλά και η μη δυνατότητα επιστροφής τους σε κάποια κανονικότητα, δρουν ενάντια στην ψυχολογική και εκπαιδευτική προσαρμογή του παιδιού», προσθέτει.

Ο Κλάδος εισηγείται πριν τη λήψη των όποιων αποφάσεων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εξατομικευμένες ανάγκες, οι διάφορες κατηγορίες αναπηρίας που ανήκουν τα παιδιά, η συμμετοχή τους ή μη σε ειδικές μονάδες και όχι να ομαδοποιούνται όλοι κάτω από την κατηγορία «ειδικές ανάγκες», να επιστρέψουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και ομαλά οι μαθητές χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση και περιττές διαδικασίες που επιβαρύνουν οικονομικά την οικογένεια, καλλιεργούν νοοτροπία διακρίσεων και επιπρόσθετα προσδίδουν περισσότερο άγχος στους μαθητές και να υπάρχει εκ των προτέρων συνεννόηση της οικογένειας και του σχολείου, ώστε να διασφαλιστεί, αφενός η υγειονομική ασφάλεια των παιδιών και αφετέρου να αξιολογηθεί ανά περίπτωση το τι επιπρόσθετο χρειάζεται περιλαμβάνοντας τις ψυχολογικές ανάγκες των παιδιών.

ΠΗΓΗ:ΚΥΠΕ

Σχόλια