Τα τελευταία δύο χρόνια αυξήθηκε το ποσοστό των ατόμων που εγκατέλειψαν πρόωρα το σχολείο, είπε η τέως Επίτροπος για Θέματα Παιδείας, Πολιτισμού, Πολυγλωσσίας και Νεολαίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ανδρούλα Βασιλείου, μιλώντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, η οποία συνέχισε σήμερα για 3η κατά σειρά συνεδρία τη συζήτηση για την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εκπαίδευση στην Κύπρο.

Η κα. Βασιλείου ανέφερε, ενώπιον της Επιτροπής, ότι τα άτομα που εγκατέλειψαν πρόωρα την εκπαίδευση και κατάρτιση, το 2014 ήταν 6,8%, ενώ το 2017 αυξήθηκε 8,6%, σε σύγκριση με το 11,2% και 10,6%, αντίστοιχα, του μέσου όρου της ΕΕ.

Σημείωσε ότι το ποσοστό των ατόμων, ηλικίας 30-34 ετών, που ολοκλήρωσαν την τριτοβάθμια εκπαίδευση το 2014, ανερχόταν σε 52,5%, ενώ το 2017 ανερχόταν στο 55,8%, σε σύγκριση με το 37,9% και 39,9%, αντίστοιχα, του μέσου όρου της ΕΕ.

Η κα. Βασιλείου ανέφερε, επίσης, ότι η Κύπρος υστερεί σε θέματα κρίσιμα για την καινοτομία, δηλαδή, όπως είπε, τα λεγόμενα Stem, που είναι οι επιστήμες, η τεχνολογία και τα μαθηματικά.

Σε άλλη αναφορά της, η τέως Επίτροπος είπε ότι πρέπει να γίνεται έγκαιρα ο επαγγελματικός προσανατολισμός.

Ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας Κυριάκος Χατζηγιάννης, σε δηλώσεις του είπε ότι κατά τη συζήτηση ακούστηκαν όλοι οι συντελεστές της εκπαίδευσης, πανεπιστήμια, υπουργεία, γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί, κ.λπ., «και διεξήχθη ένας πολύ εποικοδομητικός διάλογος, ένας πολύ βαθύς προβληματισμός, μέσα σε ένα κλίμα πώς μπορούμε αυτά τα πορίσματα να έρθουμε να τα διορθώσουμε».

«Δεν χρειάζεται , και αυτό έχει τονιστεί, να μπούμε κανείς σε θέση αυτοάμυνας και να πούμε ότι αυτό το αμφισβητούμε ή το άλλο πρέπει να γίνει ή το άλλο δεν πρέπει να γίνει. Άρα, λοιπόν υποχρέωση όλων μας είναι να δούμε με καλό πνεύμα πώς όλα αυτά τα οποία διαπιστώνονται από πλευράς Ευρωπαϊκής Επιτροπής διορθώνονται». Έγιναν εισηγήσεις, πρόσθεσε, «υποβλήθηκαν υπομνήματα, θα έλεγα σχεδόν από όλους. Όλα αυτά τα υπομνήματα, όλο αυτό το περιεχόμενο του διαλόγου και πάνω απ΄ όλα του προβληματισμού θα καταγραφεί ως έκθεση από πλευράς της Επιτροπής Παιδείας της βουλής και στη συνέχεια θα δούμε πως δίνεται συνέχεια. Τα πορίσματα αυτά, είμαστε το τρίτο εθνικό κοινοβούλιο που τα συζητά, με σκοπό να ληφθούν διορθωτικά μέτρα», πρόσθεσε.

Ο κ. Χατζηγιάννης είπε ότι είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος για το επίπεδο και του διαλόγου αλλά και το βάθος της συζήτησης.

«Σήμερα αναδείχθηκε μια πρόκληση που όλοι έχουμε ενώπιον μας, πώς ο καθορισμός των δεξιοτήτων, του μέλλοντος, του αύριο, του 2030. Δηλαδή αυτές οι δεξιότητες που ένα παιδί σήμερα ξεκινά το σχολικό του κύκλο και διδάσκεται οτιδήποτε σημερινό, στα 25 χρόνια από σήμερα με το που φεύγει από την εκπαίδευση του, τη μόρφωση του, τι θα χρειάζεται να έχει στο μέλλον, τι θα χρειάζεται να μάθει, τι δεξιότητες έχει ανάγκη. Όχι απλά ποια είναι τα αναγκαία επαγγέλματα, ποιες είναι οι αναγκαίες δεξιότητες βάσει των οποίων το εκπαιδευτικό μας σύστημα θα πρέπει να καλλιεργήσει το μαθητή μας στις διάφορες βαθμίδες. Έγινε αποδεκτό από όλους ότι θα πρέπει να καλέσουμε και εμπειρογνώμονες», είπε. Σίγουρα, πρόσθεσε ο κ. Χατζηγιάννης, δεν υποτιμούμε σε καμία περίπτωση τη δική μας τεχνογνωσία σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν αυτή βρίσκεται ή σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν αυτή είναι αναγκαία, αλλά θα πρέπει να καλέσουμε και εμπειρογνώμονες από την ΕΕ.

Έχει τροχιοδρομηθεί αυτό, συνέχισε, «προκειμένου να συζητήσουμε σε βάθος ποιες είναι οι αναγκαίες δεξιότητες για το μέλλον που χρειάζεται να ενσωματωθούν στο εκπαιδευτικό μας σύστημα».

Η τέως Επίτροπος για Θέματα Παιδείας, Πολιτισμού, Πολυγλωσσίας και Νεολαίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ανδρούλα Βασιλείου, σε δηλώσεις της είπε ότι από το 2010, δηλαδή μετά που ξεκίνησε η κρίση στην Ευρώπη και άρχισαν να συνειδητοποιούν όλοι πόσο σημαντική είναι η εκπαίδευση για την αναζωογόνηση της οικονομίας, είχαν αναθέσει σε ένα άτομο για κάθε χώρα να παρακολουθεί την εξέλιξη του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας και να βλέπει τα αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του έτους.

Η κα. Βασιλείου ανέφερε ότι η ΕΕ είχε θέσει δύο στόχους, αυτόν της μείωσης του ποσοστού εκείνων των παιδιών που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο, καθώς και της αύξησης του ποσοστού της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που μετά τη Λιθουανία η Κύπρος είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη που έχει το μεγαλύτερο ποσοστό αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

«Αυτό όμως δεν είναι κατ΄ ανάγκη και πολύ θετικό, διότι από έρευνες που κάνουμε, βλέπουμε ότι πέραν του 40% των παιδιών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εργοδοτούνται σε θέσεις που είναι κατώτερου επιπέδου. Δηλαδή εκείνο το οποίο έχει ανάγκη ο τόπος είναι ποιοτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τριτοβάθμια εκπαίδευση υπάρχει. Ένα άλλο σημείο στο οποίο πρέπει να προσέξουμε είναι ότι η μεγάλη πλειοψηφία των αποφοίτων μας είναι σε κοινωνικές επιστήμες, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τις κοινωνικές επιστήμες», επεσήμανε. Εκείνο που μας δείχνουν όλες οι μελέτες, είναι ότι στο μέλλον εκείνα τα θέματα που θα έχουν σημασία είναι τα μαθηματικά, οι επιστήμες, η τεχνολογία. Άρα πρέπει να προσπαθήσουμε να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να ακολούθησαν αυτά τα θέματα, τα λεγόμενα STEM, πρόσθεσε.

Ένα άλλο πολύ σοβαρό σημείο, είπε η κ. Βασιλείου, «είναι ότι δεν έχουμε καταφέρει να προσελκύσουμε αρκετούς ενήλικους εις στο να συνεχίσουν τη μάθηση τους».

«Και ενώ έχουμε από την μια ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό ανθρώπων που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και δεν έχουν ούτε τις δεξιότητες ούτε τις ικανότητες και τις γνώσεις να εργοδοτηθούν, εντούτοις αυτοί οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα εκμάθησης ή να προσπαθήσουν με άτυπο τρόπο να αυξήσουν τις ικανότητες τους. Άρα, θα πρέπει να δώσουμε σε αυτό έμφαση», ανέφερε.

Υστερούμε πάρα πολύ στο θέμα αυτό από την ΕΕ. Το θέμα της επαγγελματικής εκπαίδευσης και πάλι πρέπει να πούμε ότι ενώ υπήρξε πρόοδος με την δημιουργία των μεταλυκειακών ινστιτούτων, θέλουμε ακόμη δουλειά για να ενθαρρύνουμε ακόμα περισσότερους γονείς να εντάξουν τα παιδιά τους στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Μέχρι σήμερα βλέπουμε ότι όλοι οι απόφοιτοι των μεταλυκειακών Ινστιτούτων έχουν εργοδοτηθεί, που είναι πολύ σημαντικός παράγοντας να τον λάβουμε υπόψη μας, σημείωσε.

Ο Διευθυντής Μέσης Γενικής Εκπαίδευσης Κυπριανός Λούη, μιλώντας ενώπιον της Επιτροπής είπε ότι θεωρούν την έκθεση ως οδοδείκτη και πρόσθεσε ότι ήδη το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού τα τελευταία χρόνια έχει πάρει μια σειρά από μέτρα.

Όπως είπε, όσον αφορά την αντιμετώπιση των διεθνών ερευνών υπάρχει και λειτουργεί διακρατική επιτροπή, η οποία καταρτίζει σχέδια δράσης, εντοπίζει τις αδυναμίες, οι οποίες προκύπτουν από διεθνές έρευνες.

Σημείωσε ότι επιτεύχθηκαν εκσυγχρονισμένα αναλυτικά προγράμματα, τα οποία βρίσκονται αυτή την στιγμή σε προχωρημένο τελικό στάδιο.

Ανέφερε, ότι γίνεται μια συστηματική εργασία, στην οποία υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης.

«Όσον αφορά τη ποιότητα και τις ίσες ευκαιρίες υπάρχουν στρατηγικά σχέδια, τα οποία είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο και ελέγχονται με δείκτες συγκεκριμένους επί συνεχούς βάσης και υπάρχει μονάδα προγραμματισμού πάνω στα θέματα αυτά και παρακολουθεί συστηματικά τα σχέδια δράσης και διασφαλίζεται και η ποιότητα και οι ίσες ευκαιρίες», πρόσθεσε.

Ο κ. Λούη είπε, επίσης, ότι προβλέπεται να εφαρμοστεί το Stem στη δημοτική εκπαίδευση από το 2019-2020 και στη μέση εκπαίδευση από το 2020-2021 και σημείωσε ότι δεν παραλείπουν τις κοινωνικές επιστήμες.

«Έχω πάρει σαφή οδηγία για να προχωρήσουμε και προς εκείνη την κατεύθυνση με μελέτες», συμπλήρωσε και ανέφερε, παράλληλα, ότι ετοιμάζουν ένα πρόγραμμα εναλλακτικής μάθησης, για να μην υπάρχει εγκατάλειψη από το σχολείο.

Όπως αναφέρθηκε από τον Οργανισμό Νεολαίας, ενώπιον της Επιτροπής Παιδείας, έχει διεξάγει τρεις επιστημονικές έρευνες και προχώρησε και σε άλλες διαβουλεύσεις με τους νέους και έχει καταγράψει τα θέλω των νέων και είναι ξεκάθαρο ότι οι νέοι θέλουν κάτι το διαφορετικό, θέλουν νέες εκπαιδευτικές μεθόδους, θέλουν μεταρρύθμιση, θέλουν τεχνολογία.

Ο Οργανισμός σημείωσε ότι έχει διαμορφώσει με βάση τα πορίσματα αυτά κάποια συγκεκριμένη πρόταση, την οποία παρουσίασαν στο Υπουργείο Παιδείας για τη δημιουργία δικού τους σχολείου.

Ο Πρόεδρος της ΠΣΕΜ Παναγιώτης Γεωργίου, μιλώντας ενώπιον της Επιτροπής είπε ότι επικροτούν το γεγονός ότι υπάρχουν θετικά σημεία στην έκθεση για την εκπαίδευση, παρόλα αυτά πιστεύουν «ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ως προς τη διάγνωση και την θεραπεία που θα κάνουμε για τα όσα αρνητικά αναγράφονται».

«Να προσέχουμε να μην επιρρίψουμε ευθύνες εκεί που δεν πρέπει, κάτι που είμαστε σίγουροι ότι δεν θα γίνει. Επίσης, γνωρίζουμε πολύ καλά τη σημασία και την βαρύτητα του διαγωνισμού PISA, όμως πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να καταπιανόμαστε ολοκληρωτικά με το συγκεκριμένο διαγωνισμό για να αποφύγουμε την εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων σε κάποια σημεία», πρόσθεσε.

Ο εκπρόσωπος της Παιδοβουλής Μιχάλης Τσαγγαρίδης, μιλώντας ενώπιον της Επιτροπής είπε ότι η πολιτεία έχει υποχρέωση, πρωτίστως απέναντι στα παιδιά, να οικοδομήσει το δημόσιο σχολείο που θα προσφέρει ποιοτική εκπαίδευση και ολοκληρωμένη πνευματική καλλιέργεια σε όλους τους μαθητές, το δημόσιο σχολείο που θα προσφέρει ένα υγιές και πρόσχαρο περιβάλλον, στο οποίο κριτικά σκεπτόμενοι οι μαθητές θα συμμετέχουν με ζήλο και συλλογικότητα και θα αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητες και τα ταλέντα τους.

Ανέφερε, επίσης ότι η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση διαπιστώνει πως οι δαπάνες για την εκπαίδευση είναι σχετικά υψηλές αλλά δεν συνεπάγονται υψηλές εκπαιδευτικές επιδόσεις και πρόσθεσε ότι στοχεύοντας στη βελτίωση των εκπαιδευτικών επιδόσεων δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και ανάγκη για περισσότερα χρήματα στον τομέα της Παιδείας, για δημιουργία περισσότερων σχολείων, πρόσληψη περισσότερων εκπαιδευτικών ή για πιο απαιτητικούς δείκτες επιτυχίας και επάρκειας.

«Αντίθετα, θα πρέπει να σημαίνει ότι εστιάζουμε περισσότερο στον πραγματικό σκοπό της διδασκαλίας: αυθεντική διδασκαλία και αυθεντική μάθηση», είπε.

Σε δηλώσεις του μετά το τέλος της συνεδρίας, ο κ. Τσαγγαρίδης είπε ότι έχουν συστήσει προς το κράτος της Κύπρου, τον εκσυγχρονισμό των αναλυτικών προγραμμάτων, ώστε να συνάδουν με τη φιλοσοφία αυτή, την αναπροσαρμογή των αναλυτικών, ώστε να συνάδουν με το εκπαιδευτικό χρόνο κατά τρόπο που να διασφαλίζεται και το περιθώριο για ενδελεχή έρευνα από τον μαθητή, η οποία έχει ως κύριο σκοπό την εις βάθος μελέτη και κατανόηση περιορισμένων θεματικών, ενοτήτων και όχι την κάλυψη πολλών και αποσπασματικών πληροφοριών .

«Καταληκτικά, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2018 διαπιστώνει ότι υπήρξε περιορισμένη πρόοδος όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να βελτιωθούν η συνάφεια του με την αγορά εργασίας και οι επιδόσεις του και συνεπώς, εισηγούμαστε να ολοκληρωθεί η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε να βελτιωθούν η συνάφειά του με την αγορά εργασίας και οι επιδόσεις του, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης και των εκπαιδευτικών, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχουν σαφώς και οι μαθητές», κατέληξε.

Πηγή: ΚΥΠΕ

Πηγή: Sigmalive.com

Σχόλια